Mνήμες από τη σχολική ζωή
Μέχρι το 1972, οι μαθητές του δημοτικού στο χωριό μας πήγαιναν στο σχολείο πρωί και απόγευμα. Τότε καταργήθηκε το απογευματινό ωράριο και εφαρμόσθηκε η προμεσημβρινή εργασία. Στα χρόνια, κατά τα οποία το δημοτικό σχολείο λειτουργούσε πρωί – απόγευμα, τα παιδιά, που πήγαιναν στα σχολεία του κέντρου και των Πλατανίων, το μεσημέρι επέστρεφαν για φαγητό στο σπίτι τους και το απόγευμα ξαναγύριζαν στο σχολείο. Δε συνέβαινε, όμως, το ίδιο με τα παιδιά που φοιτούσαν στα σχολεία του Μοναστηρίου και του Παλαιοχωρίου. Επειδή τα σπίτια εδώ είναι απομακρυσμένα από το σχολείο, το μεσημέρι οι μαθητές δεν επέστρεφαν στο σπίτι. Παρέμειναν σ’ αυτό κι έτρωγαν το φαγητό που είχαν μαζί τους στο σακίδιο.
Ευτύχημα για τα παιδιά αυτά, την εποχή εκείνη, ήταν το γεγονός ότι, για αρκετά χρόνια, σε πολλά σχολεία της χώρας μας λειτουργούσαν συσσίτια. Αρχικά, το συσσίτιο περιλάμβανε ζεστό γάλα (σκόνη), κασέρι και βούτυρο σε κονσέρβες. Αργότερα, όμως, εμπλουτίστηκε με διάφορα άλλα φαγητά, που μαγείρευαν στα μαγειρεία των σχολείων. Μέσα, βέβαια, στη δεκαετία του ’70 τα συσσίτια καταργήθηκαν.
Για τα παιδιά των απομακρυσμένων σπιτιών στους συνοικισμούς, που προαναφέραμε, το πρόβλημα του μεσημεριανού φαγητού δεν ήταν και το μοναδικό. Η πρόσβασή τους στο σχολείο, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, γινόταν κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Μερικά από αυτά είχαν να κάνουν τουλάχιστον μία ώρα διαδρομή, μαζί με την επιστροφή, πολλές φορές μάλιστα μέσα σε χιόνια, βροχές και πλημμυρισμένες ποταμιές. Στο χέρι τους το χειμώνα κρατούσαν πάντα κι ένα ξύλο για τη σόμπα του σχολείου. Παρόλα αυτά, όμως, ποτέ οι μαθητές αυτοί δε φοβούνταν τις τόσες δυσκολίες. Παρακολουθούσαν ανελλιπώς τα μαθήματά τους και την ώρα της προσευχής και του πρωινού καταλόγου, που τότε συνήθιζαν καθημερινά να φωνάζουν οι δάσκαλοι, οι μαθητές βρίσκονταν ήδη στα θρανία τους. Την περίοδο των καλών καιρικών συνθηκών, όμως, η διαδρομή αυτή ήταν μάλλον ένα παιχνίδι, μπορούμε να πούμε, για τους μαθητές εκείνους.
Οι μεγαλύτερης ηλικίας στο χωριό διηγούνται ατέλειωτες ιστορίες για τη σχολική τους ζωή, την καμπάνα που χτυπούσε κάθε πρωί, μισή ώρα πριν αρχίσει το μάθημα, για τα μαθήματά τους, το διάβασμα τις χειμωνιάτικες νύχτες με το λιγοστό φως του καντηλιού ή των ξύλων με ρετσίνι που έκαναν φλόγα στο τζάκι, για τις μεθόδους διδασκαλίας, τις σχέσεις τους με τους γονείς και το δάσκαλο, για τους τρόπους διαπαιδαγώγησης , που τότε εκείνοι εφάρμοζαν. Στο επίκεντρο των αφηγήσεών τους βρίσκεται πάντοτε ο δάσκαλος με τη βέργα στο χέρι, σύμβολο εξουσίας και μέσο επιβολής της πειθαρχίας στην τάξη. Ωστόσο, "τότε μαθαίναμε γράμματα" σημειώνουν πολλοί απ’ αυτούς, παρασυρόμενοι, προφανώς, από την τάση του ανθρώπου να ωραιοποιεί το παρελθόν. Για φανταστείτε, αλήθεια, σήμερα ένας και μόνο δάσκαλος να έχει 130 παιδιά στην ίδια αίθουσα, όπως συνέβαινε πριν από 60 ή 70 χρόνια στο κέντρο του χωριού, με τον αείμνηστο δάσκαλο από το χωριό μας Δημήτριο Μπεργιάννη!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Πάττα:
"Ιστορία και παράδοση της Οξυάς Καρδίτσας και της περιοχής των Αγράφων", σελ. 28